-Παραμύθι-
(Συνέχεια από το προηγούμενο)
Μια μέρα, ένας δυνατός άνεμος φύσηξε στη Χώρα της Παραμέλησης. Ήταν γεμάτος ελπίδα, σαν να έφερνε νέα από μακριά. Φύσηξε πάνω από το μικρό σχολείο, αγγίζοντας τους τοίχους του, τα παράθυρά του και την παλιά του αυλή. “Ξύπνα!” του ψιθύρισε. “Η ώρα πλησιάζει!”
Το μικρό σχολείο τέντωσε τις ξύλινες δοκούς του και άκουσε προσεκτικά. Ο άνεμος συνέχισε: “Οι άνθρωποι αποφάσισαν να φέρουν ζωή σε εσένα και το πληγωμένο σχολείο. Θέλουν να σας ενώσουν, να σας κάνουν ένα μέρος για όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Ετοιμάσου, γιατί σύντομα οι φωνές των παιδιών θα γεμίσουν ξανά τις αίθουσές σου.”
Το μικρό σχολείο χοροπήδησε από χαρά – τουλάχιστον έτσι έμοιαζε να κάνει, καθώς οι σκιές του χόρευαν κάτω από το φως του φεγγαριού. Σκέφτηκε πώς θα ήταν να γεμίσουν ξανά τα θρανία του, να ακουστούν ιστορίες, να δει ζωγραφιές στους πίνακές του.
Εν τω μεταξύ, το πληγωμένο σχολείο, λίγο πιο πέρα, άκουσε κι αυτό τα νέα. Η καρδιά του φτερούγισε. “Θα με φροντίσουν! Δεν θα μείνω μόνο! Θα γίνω πάλι το σπίτι των παιδιών που αγάπησα!” είπε. Και με έναν τρόπο μαγικό, οι ρωγμές στους τοίχους του φάνηκαν λίγο λιγότερο βαθιές, σαν να τις γιάτρευε η Ελπίδα.
Οι μέρες πέρασαν, και μια πρωινή αχτίδα ήλιου έφερε μαζί της τους πρώτους ανθρώπους. Εργάτες με εργαλεία, δασκάλους με σχέδια, γονείς και παιδιά γεμάτους ενθουσιασμό. Άρχισαν να καθαρίζουν, να φροντίζουν, να βάφουν και να επιδιορθώνουν. Το μικρό σχολείο ένιωθε σαν να ξυπνά από έναν μακρύ ύπνο, ενώ το πληγωμένο σχολείο ένιωθε να γεμίζει ξανά με αγάπη.
Όταν τελείωσαν, το αποτέλεσμα ήταν μαγικό: δύο σχολεία που είχαν γίνει ένα, με τις καλύτερες αίθουσες από το καθένα, τις πιο όμορφες αυλές και μια νέα, κοινή ζωή. Παιδιά κάθε ηλικίας έτρεχαν ξανά στους διαδρόμους, γελώντας και παίζοντας. Οι δάσκαλοι δίδασκαν με χαρά, και οι τοίχοι γέμιζαν με νέες ζωγραφιές και ιστορίες.
Το μικρό σχολείο και το πληγωμένο σχολείο κοιτούσαν το ένα το άλλο με ευγνωμοσύνη. “Δεν είμαστε πια μόνοι,” σκέφτηκαν. Και το φεγγάρι, που παρακολουθούσε από ψηλά, ψιθύρισε στα αστέρια:
“Η Aγάπη πάντα βρίσκει τον δρόμο της. Ακόμα και στη Χώρα της Παραμέλησης, οι καρδιές που αγαπούν μπορούν να φτιάξουν θαύματα.”
(Συνεχίζεται…)

