-Παραμύθι-
(Συνέχεια από το προηγούμενο)
Κάπου πιο πέρα, όχι πολύ μακριά, υπήρχε ένα άλλο σχολείο. Ήταν μικρότερο, με λίγες αίθουσες και μια αυλή γεμάτη άγρια λουλούδια που φύτρωναν ανάμεσα στις πλάκες. Είχε περάσει καιρός που έστεκε παραμελημένο, χωρίς τις φωνές των παιδιών να αντιλαλούν στους χώρους του. Ζούσε κι αυτό στη Χώρα της Παραμέλησης, βλέπεις.
Οι τοίχοι του, ξεθωριασμένοι από τον ήλιο και τον χρόνο, κρατούσαν ακόμα ζωγραφιές από κιμωλίες – καρδιές, λουλούδια, μικρά ονόματα. Ήταν όμως μόνο. Έβλεπε τα περαστικά παιδιά από τη γειτονιά να τρέχουν για το νέο σχολείο τους. Κανείς δεν σταματούσε πια να περάσει την πόρτα του.
Μια μέρα, άκουσε από τον άνεμο τα νέα για το άλλο σχολείο, εκείνο που έμεινε άδειο και πληγωμένο.
“Μα τι κρίμα!” σκέφτηκε. “Κι εγώ που τόσο καιρό περιμένω μια ευκαιρία, γιατί να μη φιλοξενήσω αυτά τα παιδιά; Έστω και για λίγο, να δώσω ξανά χαρά στα θρανία μου, ζωή στις αίθουσές μου. Θα τους χαρίσω ό,τι έχω, κι ας μην είναι πολύ.”
Έτσι, όταν το φεγγάρι ανέβηκε ψηλά και φώτισε τα δύο σχολεία, το μικρό σχολείο ψιθύρισε: “Φεγγάρι, εσύ που όλα τα βλέπεις, πες μου, υπάρχει τρόπος να φέρω χαρά στους διαδρόμους μου; Μήπως τα παιδιά του πληγωμένου σχολείου μπορούν να έρθουν εδώ; Να παίξουν στην αυλή μου, έστω και για λίγο; Μου λείπουν οι φωνές τους.”
Το φεγγάρι χαμογέλασε γλυκά: “Να έχεις υπομονή, μικρό σχολείο. Οι άνθρωποι μπορεί να αργούν, αλλά δεν ξεχνούν. Μέχρι το άλλο σχολείο να φροντιστεί και να γιατρευτεί, τα παιδιά ίσως περάσουν από εσένα. Ίσως τότε να γεμίσεις ξανά με γέλια και παιχνίδια.”
Κι από τότε, το μικρό σχολείο άρχισε να ετοιμάζεται. Έβγαλε τα αγριόχορτα από την αυλή του με τη βοήθεια του ανέμου, σήκωσε λίγο ψηλότερα τη στέγη του με περηφάνια και τα παράθυρά του άστραψαν, λες και χαμογελούσαν.
Περίμενε. Και καθώς περίμενε, άκουγε τα αστέρια να του λένε ιστορίες για άλλα σχολεία, που επίσης περίμεναν. Και η αναμονή του έγινε γλυκιά, γιατί ήξερε πως η Aγάπη βρίσκει πάντα τρόπο να επιστρέφει.
Ακόμα και στη Χώρα της Παραμέλησης μπορεί να γίνουν θαύματα χάρη σ’ αυτή!
(Συνεχίζεται…)

