-Παραμύθι-
Κάπου κοντά, σε μια γειτονιά γεμάτη δέντρα και παιδικές φωνές, υπήρχε ένα σχολείο που στεκόταν εκεί για πολλά χρόνια. Είχε δει γενιές μαθητών να περνούν από τις αίθουσές του, να γελούν, να μαθαίνουν, να ονειρεύονται. Οι τοίχοι του κρατούσαν μυστικά φιλίας, τα θρανία κουβαλούσαν χαραγμένα ονόματα, και οι αυλές του γέμιζαν κάθε μέρα με παιχνίδια και τραγούδια.
Όμως, ο χρόνος άρχισε να αφήνει τα σημάδια του. Ρωγμές εμφανίστηκαν στους τοίχους, η στέγη έχασε κάποια κεραμίδια, και οι αίθουσες άρχισαν να γίνονται κρύες τον χειμώνα. Το σχολείο ένιωθε πληγωμένο.
Μια μέρα, η αυλή του έμεινε άδεια. Οι μαθητές έφυγαν, οι δάσκαλοι πήραν τα βιβλία τους, και το σχολείο έμεινε μόνο του. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί. «Τι έκανα λάθος;» σκεφτόταν. «Γιατί με άφησαν έτσι;»
Οι μέρες περνούσαν, και η σιωπή ήταν η μόνη του παρέα. Τα παράθυρά του έτριζαν όταν φυσούσε ο άνεμος, οι τοίχοι του ψιθύριζαν θλιμμένα τραγούδια και η στέγη του έκλαιγε όταν έβρεχε.
Μια νύχτα, το σχολείο μίλησε στο φεγγάρι: «Φεγγάρι, εσύ που βλέπεις τα πάντα, πες μου, γιατί με ξέχασαν; Δεν ήμουν πάντα το σπίτι τους; Δεν ήμουν εδώ όταν έμαθαν να γράφουν και να διαβάζουν;»
Το φεγγάρι χαμογέλασε: «Μικρό μου σχολείο, οι άνθρωποι μερικές φορές ξεχνούν τη σημασία όσων αγαπούν. Όμως, μην ανησυχείς. Σε θυμούνται. Απλώς χρειάζονται χρόνο για να βρουν τρόπο να σε φροντίσουν».
Το σχολείο σιώπησε. Σκέφτηκε τα παιδιά που έτρεχαν στις αυλές του, τους δασκάλους που δίδασκαν με αγάπη, και τις γιορτές που γέμιζαν την καρδιά του με χαρά. Δεν ήθελε να χάσει αυτές τις στιγμές.
Και περίμενε…
(Συνεχίζεται…)

